του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου 
 
Σε μία παγκόσμια αγορά όπου η επίσημη αποταμίευση στις τράπεζες δεν ξεπερνά τα 36 τρισεκατομμύρια δολλάρια, τα δημόσια χρέη οδεύουν προς τα 100 τρισεκατομμύρια και, παρά την κρίση, παρουσιάζουν αύξηση σε σύγκριση με τα αντίστοιχα το 2008. Το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης, για παράδειγμα, από 67% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος της το 2008, φέτος θα κλείσει κοντά στο 94%, ποσοστό αισθητά ανώτερο από αυτό που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. 
 
Χειρότερη είναι η κατάσταση στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ, με τα δημόσια χρέη τους να αντιπροσωπεύουν 200% και 100% αντιστοίχως του ΑΕΠ τους. Όμως, ακόμα χειρότερα, στον χορό της υπερχρεώσεως εισήλθαν τώρα και χώρες όπως η Κίνα, η Τουρκία, η Βραζιλία, η Ινδονησία και η Νότιος Αφρική –χώρες στις οποίες καλπάζουν ο σκιώδης τραπεζικός τομέας και τα ιδιωτικά χρέη, τα οποία, μόνον στην Κίνα, από 8 τρισεκατομμύρια δολλάρια το 2008 φέτος θα ξεπεράσουν τα 24 τρισεκατομμύρια δολλάρια, ποσά που σε ποσοστό άνω του 10% «μπήκαν» στην αγορά μέσω του κινεζικού σκιώδους τραπεζικού τομέα.
 
Στο πλαίσιο αυτό, σκεπτόμενοι οικονομολόγοι και διανοούμενοι από διαφορετικές οπτικές γωνίες καταλήγουν στα ίδια ερωτήματα. Μήπως πλησιάζει η καταστροφή μας; Μήπως καταστρέφουμε τα παιδιά μας; Μπορούν τα χρέη αυτά να οδηγήσουν σε νέου τύπου πολιτικές εκφράσεις και συγκρούσεις; Τελικώς δε, ποιες είναι οι κύριες αιτίες της δημιουργίας χρεών και γιατί το φαινόμενο αυτό έχει πάρει κατακλυσμιαίες διαστάσεις στην εποχή μας;
 
Η εύκολη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι γνωστή: για ό,τι αρνητικό συμβαίνει στην παγκόσμια οικονομία ευθύνεται ο καπιταλισμός, συμπληρωματικά δε την ευθύνη αυτήν μοιράζονται μαζί του οι Εβραίοι, οι τοκογλύφοι και γενικώς όλοι αυτοί οι κακοί άνθρωποι που ήλθαν στην ζωή για να πίνουν το αίμα των λαών.
 
Δυστυχώς, όμως, τους «πωλητές ευτυχίας» και τους εργολάβους δημιουργίας «παραδείσων» τούς διαψεύδει πανηγυρικά η Ιστορία, η συσσωρευμένη ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό δε μάλιστα συμβαίνει από την διαπεραστική γραφή του κ. Ζακ Ατταλί, ενός σοσιαλιστή οικονομολόγου και παλαιού συμβούλου του επίσης σοσιαλιστή Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιττεράν την περίοδο 1981-1988. Στο βιβλίο του «Παγκόσμια Κατάρρευση σε 10 Χρόνια –δημόσιο χρέος: η τελευταία ευκαιρία» (εκδ. Παπαδόπουλου), ο Γάλλος συγγραφέας και τραπεζίτης την δεκαετία του 1990 γράφει:
 
«Ανέκαθεν τα όνειρα, η ανάγκη, η φιλοδοξία, η ανυπομονησία οδηγούσαν ορισμένους ανθρώπους να πάρουν από άλλους τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να διεκπεραιώσουν υποθέσεις τους, να ανέλθουν στην εξουσία, να αυξήσουν την περιουσία τους. Οι ιερείς, έπειτα οι στρατηγοί, στην συνέχεια οι ηγεμόνες και τέλος οι επιχειρηματίες, συγκεντρώνουν, μέσω της πίστης, της δύναμης, του κοινωνικού ελέγχου ή της αγοράς όλο και μεγαλύτερα κεφάλαια, χρησιμοποιώντας όλο και πιο εξελιγμένα μέσα.
 
»Για πολύ καιρό, ο κατέχων την εξουσία –είτε αυτή είναι θρησκευτική, είτε στρατιωτική ή πολιτική– δανείζεται επί προσωπικής βάσεως, εφόσον δεν έχει λάφυρα να προσμένει και δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να αυξήσει τους φόρους των υπηκόων του. Δεν αποπληρώνει αυτά τα δάνεια με λάφυρα ή φόρους παρά μόνον εάν πρέπει να διατηρήσει καλές σχέσεις με τους πιστωτές του προκειμένου  να δανείζεται εκ νέου ενόσω ζει. 
 
»Έπειτα, ο κατέχων την εξουσία παίρνει την μορφή μιας αφηρημένης οντότητας, που θεωρείται αθάνατη, και αρχίζει να υπηρετεί τους υπηκόους του και όχι μόνο να τους χρησιμοποιεί: πρόκειται πλέον για μία συλλογικότητα, μία δυναστεία, ένα κράτος, ένα έθνος, ο προσωρινός υπεύθυνος των οποίων μεταβιβάζει τις απαιτήσεις στον διάδοχό του. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στους διαδοχικούς κατόχους της κυρίαρχης εξουσίας να προσελκύσουν δανειστές στους οποίους μπορούν να εγγυηθούν την αποπληρωμή ενός δανείου εντός της προθεσμίας του, ή ακόμα και την επ’ άπειρον εξόφληση ενός δανείου αόριστης διάρκειας. Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου οι δανειστές έχουν την δυνατότητα να εκχωρούν τις απαιτήσεις τους. Οι αγορές αυτές χρηματοδοτούν την βιομηχανία προτού γίνουν οι κυρίαρχοί της –και μάλιστα, ορισμένες φορές, προτού πάρουν τον έλεγχο από τον ασκούντα την εξουσία, εάν αυτός είναι υπερχρεωμένος. Έτσι, το κράτος δημιουργεί αγορές οι οποίες, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το υπονομεύουν.
 
»Αυτή είναι η ιστορία του δημοσίου χρέους, αλλά και η ιστορία της συγκρότησης της κυρίαρχης εξουσίας και του επαπειλούμενου γι αυτήν κινδύνου. Αυτό είναι σήμερα και το διακύβευμα του δημοσίου χρέους, το οποίο αποδείχθηκε ότι ασκεί καταλυτικό ρόλο στην προσωρινή αντιμετώπιση της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης, την ίδια στιγμή που ο καθένας μας αντιλαμβάνεται ότι, εάν συνεχίσει να αυξάνεται, θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες καταστροφές».
 
Για όσους καταλαβαίνουν, τα παραπάνω λόγια είναι ξεκάθαρα. Το δημόσιο χρέος είναι, πριν απ’ όλα, εργαλείο εξουσίας και η γένεσή του προηγείται κάποιων χιλιάδων ετών της αναδείξεως του καπιταλισμού. Επειδή δε τότε, που δεν υπήρχε η παραγωγή πλούτου δια της υπάρξεως και συσσωρεύσεως κεφαλαίου, οι διάφοροι μονάρχες, φύλαρχοι και λοιποί ηγεμόνες αποκτούσαν πλούτο δια της λεηλασίας και της αρπαγής, το χρέος είναι πρωτίστως κρατική, μπορούμε να πούμε, υπόθεση. Με πολύ απλά λόγια, η προέλευση της έννοιας του χρέους έχει στενή σχέση με την αντίστοιχη του ασκούντος την εξουσία.
 
Αυτή την εκδοχή οι γνωστοί σε εμάς θεωρητικοί του φιλελευθερισμού την απορρίπτουν, διότι, πολύ απλά, θεωρούν ότι η ύπαρξη χρέους δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει εξαρτήσεις, βία και πολιτικές συγκρούσεις. Το χρέος απέρριπτε επίσης και ο «πατέρας της πολιτικής οικονομίας» Αδάμ Σμιθ, από το έργο του οποίου οι υβριστές του δεν έχουν διαβάσει ούτε μία αράδα.
 
Διαφορετικά, θα γνώριζαν, οι αγράμματοι, ότι στην «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων», ο Α. Σμιθ προσπαθούσε να καθαρίσει την κοπριά στους στάβλους της ανθρώπινης υπάρξεως. Διότι, στην εποχή του, ο φιλόσοφος –ο οποίος ποτέ δεν ανέφερε στα γραπτά του την έκφραση laisser faire που τού αποδίδουν οι διαστρεβλωτές του– προσπαθεί να διακρίνει πώς αναδύονται τα ηθικά, οικονομικά και κρατικά συστήματα και πώς, κατανοώντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα συστήματα αυτά, οι άνθρωποι μπορούν να βελτιώσουν τις ηθικές, υλικές και πολιτικές συνθήκες της ζωής τους.
 
Στο πλαίσιο αυτό, ο Α. Σμιθ πίστευε στην διαρκή βελτίωση του ανθρώπου, κυρίως μέσω της παραγωγικής εργασίας, διατεινόταν πως έχει «κοινωνικό σχέδιο» και, ως εκ τούτου, απεχθανόταν τις «τελικές λύσεις». 
 
Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που τον αντιπαθούσε ο Καρλ Μάρξ –ο οποίος, αντιθέτως, πίστευε ότι μπορούν να υπάρξουν επί της γής παράδεισοι …με τα χρήματα των άλλων! Και ο νοών νοείτω στις περί χρέους θεωρήσεις.